Ο τραγουδοποιός που δίνει συναίσθημα στην μουσική

“Ο στίχος είναι το νόημα, η μουσική είναι το συναίσθημα”

O Παναγιώτης Κελάνδριας είναι ένας τραγουδοποιός από την Κέρκυρα  ο οποίος με την μουσική του ταξιδεύει το κοινό. Δημιουργεί εικόνες και “ντύνει” με όνειρα τον ρυθμό. Εξάλλου, όπως υποστηρίζει, “η δημιουργία είναι η άρνηση του θανάτου. Γράφεις για ν’ αποδείξεις πρώτ’ απ’ όλα στον εαυτό σου ότι είσαι ζωντανός και αντιστέκεσαι”. Όσο για την τελευταία του δουλειά, δηλώνει ότι “ο στίχος είναι το νόημα, η μουσική είναι το συναίσθημα” .

Πώς έγινε η γνωριμία σας με το τραγούδι και γενικότερα την μουσική;

Η πρώτη μου επαφή με το τραγούδι ήταν τα νανουρίσματα της μητέρας μου (γέλια!). Πέρα απ’ την πλάκα, μουσικά ακούσματα είχα από μικρός διότι ο πατέρας μου έπαιζε καταπληκτικό πιάνο και στο σπίτι μας δεν αποκλειόταν κανένα μουσικό άκουσμα. Από κει και πέρα, συστηματικά άρχισα ν’ ασχολούμαι από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 όπου ξεκίνησα να παίζω με διάφορα σχήματα και σε διάφορους χώρους, από μπουάτ μέχρι σκυλάδικο και, παράλληλα, σκάρωσα και τα πρώτα μου τραγούδια μελοποιώντας ποιητές , Λειβαδίτη, Βάρναλη, λίγο Καββαδία, Αραγκόν. Για λόγους που δεν θέλω να αναφέρω, σταμάτησα  να ασχολούμαι επαγγελματικά το 1987, δεν σταμάτησα όμως να παίζω, μόνος ή σε μικρές παρέες και να μελετάω. Το 2009 έγραψα τους πρώτους δικούς μου στίχους, τους μελοποίησα και ξεκίνησα να παρουσιάζω τη δουλειά μου. Το ένα έφερε το άλλο και το 2011 μπήκα για πρώτη φορά στη δισκογραφία.

Η τελευταία σας δουλειά είναι ο δίσκος με τίτλο “Via negativa”. Πώς ήταν η συνεργασία μας με τον στιχουργό-συγγραφέα Θοδωρή Τσάκωνα και την ερμηνεύτρια Καίτη Κουλλιά;

Με το Θοδωρή γνωριστήκαμε το 2014 με αφορμή την εκδήλωση «Νέοι Στιχουργοί στο Φως» του Μικρού Πολυτεχνείου στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο. Μου είχε ζητηθεί να επιλέξω ανάμεσα σε δύο τραγούδια, χωρίς να γνωρίζω το όνομα του στιχουργού, και να το μελοποιήσω. Έτσι επέλεξα το «Το ρούχο του θεού» που περιλαμβάνεται στο δίσκο, το έστειλα και η πρώτη μου επαφή με τον Θοδωρή ήταν τηλεφωνική, το άκουσε και με κάλεσε για να μου πει ότι η προσέγγισή μου τον ικανοποίησε. Γνωριστήκαμε από κοντά τη βραδιά της εκδήλωσης, ταίριαξαν τα χνώτα μας και κάποια στιγμή είπαμε να δούμε αν μπορούμε να βγάλουμε μια ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά. Έτσι γεννήθηκε το «Via negativa». Όσο για τη συνεργασία μας κατά τη διάρκεια της δημιουργίας και της παραγωγής των τραγουδιών, πιστεύω ότι ήταν πολύ καλή. Επειδή θεωρώ ότι ένα τραγούδι είναι δέσιμο λόγου και μουσικής, αυτό που βγαίνει πρέπει να έχει τη συγκατάθεση του στιχουργού. Ο στίχος είναι το νόημα, η μουσική είναι το συναίσθημα. Ο στίχος έχει τον δικό του εσωτερικό ρυθμό που πρέπει να ανακαλύψει, να νιώσει θα έλεγα ο μουσικός για να τον μετουσιώσει σε τραγούδι. Αυτό το πάντρεμα δεν μπορεί να γίνει μονομερώς. Για να γίνει ένας γάμος χρειάζονται δύο άνθρωποι που να έχουν συμφωνήσει ότι θα ζήσουν μαζί. Το ίδιο χρειάζεται κι ένα τραγούδι. Με αυτή τη λογική κινούμαι κάθε φορά που γράφω τραγούδια με στίχους που δεν είναι δικοί μου, έτσι δούλεψα και με τον Θοδωρή. Με την Καίτη Κουλλιά δεν έχουμε ακόμη γνωριστεί ακόμα από κοντά. Ο λόγος είναι ότι εγώ μένω και εργάζομαι στην Κέρκυρα και δεν μπορώ να κατεβαίνω στην Αθήνα τόσο συχνά όσο θα ήθελα. Η επαφή έγινε μέσω της Αρετής Κοκκίνου, η οποία έχει ενορχηστρώσει τα τραγούδια του δίσκου. Με την Καίτη έχουμε μιλήσει από το τηλέφωνο αρκετές φορές και αυτό που μπόρεσα να διαπιστώσω είναι ότι εκτός από εξαιρετική ερμηνεύτρια, είναι άνθρωπος καλοπροαίρετος, σεμνός και χωρίς ίχνος έπαρσης. Θεωρώ μεγάλη τιμή που μια τέτοια καλλιτέχνιδα δέχτηκε να ερμηνεύσει ένα από τα τραγούδια μου κι ελπίζω στην επόμενη κάθοδό μου στην Αθήνα να μπορέσουμε να γνωριστούμε από κοντά. Αυτό θα γίνει σίγουρα στην παρουσίαση του δίσκου το αργότερο.

Σε αυτήν την δουλειά παντρεύετε το σύγχρονο με το παραδοσιακό. Είναι κάτι που το συναντάμε διαρκώς το τελευταίο διάστημα. Πώς το σχολιάζετε; Έχει γίνει θα λέγαμε …μόδα;

Πριν από κάποια χρόνια, σε μια εκδήλωση στην Κέρκυρα σχετικά με την τέχνη και το ρόλο της στη σύγχρονη εποχή, ο καθηγητής Φιλοσοφίας Σπυροβασίλης Φιοραβάντες είχε πει ότι το μέλλον της μουσικής, σε παγκόσμιο επίπεδο, βρίσκεται στην εκ νέου ανακάλυψη της παράδοσης. Να ξαναδούμε δηλαδή τις λαϊκές μουσικές από άλλες οπτικές γωνίες και με την εμπειρία και τη γνώση που έχουμε αποκομίσει όλες αυτές τις δεκαετίες εξέλιξης των σύγχρονων μουσικών ρευμάτων. Θα έλεγα λοιπόν ότι είναι περισσότερο ανάγκη παρά μόδα. Είναι κάτι αναπόφευκτο και αυτό μπορούμε να το διαπιστώσουμε αν ρίξουμε μια ματιά στο μουσικό γίγνεσθαι της Λισσαβόνας, για παράδειγμα, της Βαρκελώνης, του Παρισιού και άλλων πολυπολιτισμικών πόλεων, όπου οι λαϊκές μουσικές από όλα τα μέρη του κόσμου συναντώνται, συνομιλούν, ανταλλάσσουν ιδέες και δημιουργούν νέους τρόπους και νέα ακούσματα. Σε αυτή την περίπτωση δεν μπορούμε να μιλάμε για μόδα. Όπως το βλέπω εγώ, η μόδα στη μουσική προϋποθέτει μίμηση, στείρα αναπαραγωγή. Για να γίνω πιο σαφής θα θυμίσω τη μόδα του ρεμπέτικου τη δεκαετία του 1980 σε αντιδιαστολή με τη δουλειά του Νίκου Παπάζογλου που πάντρεψε το λαϊκό τραγούδι με τις σύγχρονες φόρμες και άνοιξε το δρόμο για κάτι εντελώς καινούργιο και διαφορετικό.

Πόσο δύσκολοι πλέον είναι οι καιροί για μια καινούργια μουσική δουλειά. Μπορεί ένας μουσικός, τραγουδοποιός να κάνει δισκογραφία;

Οι καιροί είναι δύσκολοι, αυτό θα σας το πουν όλοι. Οι αιτίες είναι πολλές και μπορούμε να μιλάμε μέρες γι αυτές και να μην τελειώνουμε. Το πιο σημαντικό για μένα είναι οφείλεται στον συνδυασμό της οικονομικής κρίσης και του αδιέξοδου με το οποίο έρχεται αντιμέτωπη η κοινωνία σήμερα. Η διαφορά της εποχής που ζούμε με τις παλαιότερες είναι ότι το οικονομικό και πολιτικό κατεστημένο έχει κατορθώσει να πείσει την πλειοψηφία του κόσμου ότι η εξαθλίωση και η εκμετάλλευση είναι φυσικοί νόμοι, αναπόφευκτοι και αναλλοίωτοι. Αυτό στερεί από τον κόσμο την ελπίδα και τη δυνατότητα να αναζητήσει προοπτικές και εναλλακτικές που υπάρχουν αλλά δεν μπορούν ή δεν τους επιτρέπεται να πείσουν. Ο εγκλωβισμένος και ψυχολογικά καταρρακωμένος άνθρωπος δεν μπορεί να ψάξει για διεξόδους και διαφορετικότητες. Όταν δεν μπορείς να το κάνεις αυτό για ν’ αλλάξεις τις υλικές συνθήκες ύπαρξής σου, δεν υπάρχει περίπτωση να αναζητήσεις κάτι νέο και διαφορετικό στο τραγούδι, στην τέχνη γενικότερα. Για μένα αυτός είναι ο πιο σημαντικός λόγος για τον οποίο πολλές νέες, εξαιρετικού επιπέδου δουλειές δεν μπορούν να διαδοθούν και να έχουν την αποδοχή που τους αξίζει. Τα υπόλοιπα, η πολιτική των εταιρειών, των μουσικών σκηνών, τα playlists κ.λπ. είναι γνωστά και υπήρχαν και πριν από την κρίση αλλά έχουμε παραδείγματα καλλιτεχνών και σχημάτων που καθιερώθηκαν και επιβλήθηκαν από τα κάτω, όπως τα Διάφανα Κρίνα για παράδειγμα. Σήμερα κάτι τέτοιο πιστεύω ότι είναι σχεδόν αδύνατον να γίνει. Ένας τραγουδοποιός βέβαια μπορεί να κάνει δισκογραφία με την προϋπόθεση ότι διαθέτει ένα αρκετά σημαντικό ποσό για να χρηματοδοτήσει την παραγωγή του δίσκου και γνωρίζοντας ότι είναι μάλλον απίθανο να κάνει απόσβεση από τις πωλήσεις. Για κέρδος δεν συζητάμε.

Τι πιστεύετε ότι περιμένει ο κόσμος από ένα τραγούδι, ένα μουσικό κομμάτι; Να ξεφύγει, να θυμηθεί, να συγκινηθεί; Πόσο το λαμβάνετε υπόψη αυτό όταν δημιουργείτε και γράφετε τραγούδια;

Όλα αυτά μαζί πιστεύω και κάθε φορά ανάλογα με τη διάθεση της στιγμής. Το πιο ωραίο που μου έχουν πει μετά από live είναι ότι η μουσική μου τους έκανε να ταξιδέψουν, να φτιάξουν εικόνες στο μυαλό τους και να ονειρευτούν. Δεν μου αρέσουν τα μότο αλλά κάτι που συνηθίζω να λέω συχνά είναι ότι η μουσική δεν μπορεί ν’ αλλάξει τον κόσμο, μπορεί όμως να μας κάνει να ονειρευτούμε έναν καλύτερο. Αυτό νομίζω ότι περιμένει ο κόσμος από ένα τραγούδι. Πιστεύω ότι κάπου υποσυνείδητα αυτό δουλεύει στο μυαλό μου όταν γράφω αν και δεν μπορώ να το εκλογικεύσω. Έχω την εντύπωση ότι η δημιουργία ενός τραγουδιού είναι μια μορφή ψυχοθεραπείας. Η δημιουργία είναι η άρνηση του θανάτου. Γράφεις για ν’ αποδείξεις πρώτ’ απ’ όλα στον εαυτό σου ότι είσαι ζωντανός και αντιστέκεσαι. Ένα πτώμα δεν μπορεί ούτε να ονειρευτεί ούτε να συγκινηθεί. Άρα το τραγούδι που γράφουμε είναι η κατάθεση του δικού μας ονείρου. Αν αυτό αγγίξει έστω κι έναν άνθρωπο, τότε σημαίνει ότι έχουμε κάνει κάτι που έχει λόγο ύπαρξης και αξίζει να συνεχίσουμε.

Newsletter

Εγγραφείτε στο newsletter μας.